τι θέλεις από μένανε;

Τι θέλεις από μένανε
και μου χτυπάς τα μεσάνυχτα;
Για μας τους δυο είναι αργά,
για σένα δεν υπάρχω πια.

Πες πως μ’ είδες εχθές 
στ’ όνειρό σου
όνειρο μέσα στα πολλά.
Πες πως ήμουνα ένας γνωστός σου
μέσ’ στο πλήθος που κυλά.
Ο παλιός, ο καλός άνθρωπός σου
τώρα δεν υπάρχει πια.

Τι θέλεις από μένανε
και μου ξυπνάς πάλι τα παλιά;
Δεν έχω χείλια για φιλιά
και δάκρυα για να κλάψω πια.

Πες πως μ’ είδες εχθές 
στ’ όνειρό σου
όνειρο μέσα στα πολλά.
Πες πως ήμουνα ένας γνωστός σου
μέσ’ στο πλήθος που κυλά.
Ο παλιός, ο καλός άνθρωπός σου
τώρα δεν υπάρχει πια.

τί λοιπόν;

 

 

Τί λοιπόν; Τῆς ζωῆς μας τὸ σύνορο

Θὰ τὸ δείχνει ἕνα ὀρθὸ κυπαρίσσι;

Κι ἀπὸ ὅ,τι εἴδαμε, ἀκούσαμε, ἀγγίξαμε

Τάφου γῆ θὰ μᾶς ἔχει χωρίσει;

 

Ὅ,τι ἀγγίζουμε

Ἀκοῦμε καὶ βλέπουμε

Τοῦτο μόνο ζωή μας τὸ λέμε;

Κι αὐτὸ τρέμουμε μήπως τὸ χάσουμε

Καὶ χαμένο στοὺς τάφους τὸ κλαῖμε;

 

Σ’ ὅ,τι ἀγγίζουμε ἀκοῦμε καὶ βλέπουμε

Τῆς ζωῆς μας ὁ κόσμος τελειώνει;

Τίποτε ἄλλο; Στερνό μας ἀπόρριμα

Τὸ κορμὶ ποὺ σκορπιέται καὶ λιώνει;

 

Κάτι ἀνέγγιχτο ἀνήκουστο ἀθώρητο

Μήπως κάτω ἀπ’ τοὺς τάφους ἀνθίζει

Κι ὅ,τι μέσα μας κρύβεται ἀγνώριστο

Μήπως πέρα ἀπ’ τὸ θάνατο ἀρχίζει;

 

Μήπως ὅ,τι θαρροῦμε βασίλεμα

Γλυκοχάραμα αὐγῆς εἶναι πέρα

Κι ἀντὶ νὰ ‘ρθεῖ μιὰ νύχτ’ ἀξημέρωτη

Ξημερώνει μιὰ ἀβράδιαστη μέρα;

 

Μήπως εἶναι ἡ ἀλήθεια στὸ θάνατο

Κι ἡ ζωὴ μήπως κρύβει τὴν πλάνη;

Ὅ,τι λέμε πὼς ζεῖ μήπως πέθανε

Κι εἶναι ἀθάνατο ὅ,τι ἔχει πεθάνει;

 

Γεώργιος Δροσίνης