sentir

Θέλω να ζήσω, να μη λυγίσω,
να ξαναδώ τον εαυτό μου να γελά,
μοιάζει η καρδιά μου χωρίς εσένα
μ’ ένα ποτάμι που μονότονα κυλά,
που μονότονα κυλά.

Θα σε καπνίσω σ’ ένα τσιγάρο,
με λίγο πάγο μονορούφι θα σε πιω,
και θα σφραγίσω τα δυο μου χείλη
να μη φωνάξουν τ’ όνομά σου και κοπώ,
στ’ όνομά σου θα κοπώ.

Τι να το κάνω που μου έδωσες πολλά,
μια νύχτα ζόρικη τα πήρες όλα πίσω,
εσύ ήσουν πάντοτε αυτή που δε χωρά
στην αγκαλιά που εγώ δεν πρόλαβα να κλείσω,
τι να το κάνω που μου έδωσες πολλά,
μια νύχτα ζόρικη τα πήρες όλα πίσω,
εσύ ήσουν πάντοτε αυτή που δεν τολμά
κι εγώ αυτός που θέλω όλα να τα ζήσω.

Θέλω να ζήσω, να ξεκινήσω,
να ξαναχτίσω απ’ το μηδέν ό,τι μπορώ,
μοιάζει η καρδιά μου χωρίς εσένα
μ’ ένα παιδί που συνεχώς το συγχωρώ,
συνεχώς σε συγχωρώ.

Τι να το κάνω που μου έδωσες πολλά,
μια νύχτα ζόρικη τα πήρες όλα πίσω,
εσύ ήσουν πάντοτε αυτή που δε χωρά
στην αγκαλιά που εγώ δεν πρόλαβα να κλείσω,
τι να το κάνω που μου έδωσες πολλά,
μια νύχτα ζόρικη τα πήρες όλα πίσω,
εσύ ήσουν πάντοτε αυτή που δεν τολμά
κι εγώ αυτός που θέλω όλα να τα ζήσω,
τι να το κάνω.

Εσύ ήσουν πάντοτε αυτή που δεν τολμά
κι εγώ αυτός που θέλω όλα να τα ζήσω.

Θέλω να ζήσω, να μη λυγίσω,
να ξαναδώ τον εαυτό μου να γελά,
μοιάζει η καρδιά μου χωρίς εσένα
μ’ ένα ποτάμι που μονότονα κυλά,
που μονότονα κυλά.

τι θέλεις από μένανε;

Τι θέλεις από μένανε
και μου χτυπάς τα μεσάνυχτα;
Για μας τους δυο είναι αργά,
για σένα δεν υπάρχω πια.

Πες πως μ’ είδες εχθές 
στ’ όνειρό σου
όνειρο μέσα στα πολλά.
Πες πως ήμουνα ένας γνωστός σου
μέσ’ στο πλήθος που κυλά.
Ο παλιός, ο καλός άνθρωπός σου
τώρα δεν υπάρχει πια.

Τι θέλεις από μένανε
και μου ξυπνάς πάλι τα παλιά;
Δεν έχω χείλια για φιλιά
και δάκρυα για να κλάψω πια.

Πες πως μ’ είδες εχθές 
στ’ όνειρό σου
όνειρο μέσα στα πολλά.
Πες πως ήμουνα ένας γνωστός σου
μέσ’ στο πλήθος που κυλά.
Ο παλιός, ο καλός άνθρωπός σου
τώρα δεν υπάρχει πια.