όταν ήσουν 18

Γενικά στη ζωή μου με ανησυχούν πολλά πράγματα. Έχω μάθει όμως να τα αντιμετωπίζω.
Γι’ αυτό και όταν μου συμβεί να ερωτευτώ, θα είμαι έτοιμος να αντεπεξέλθω.

Το κακό μου είναι ότι ξεγελιέμαι εύκολα.

Νομίζω πως ερωτεύομαι, αλλά κάνω λάθος ·
ύστερα νευριάζω, τα σπάω, στενοχωριέμαι, πέφτω σε κατάθλιψη, κλείνομαι στο καβούκι μου, κλείνομαι στο δωμάτιό μου, παίρνω την κιθάρα και βγαζω τραγούδια, ξεχνάω να τα σημειώσω κάπου, νευριάζω, σπάω την κιθάρα, την πάω να την φτιάξουν, μου λένε πως η ζημιά θα κοστίσει πολύ, τα παίρνω, βγαίνω από το μαγαζί, έρχομαι αργότερα με το ρόπαλο, σπάω τα τζάμια, τα θρύψαλα μου κόβουν τα χέρια, πονάω, κλαίω, όχι από τον σωματικό, αλλά από τον ψυχικό πόνο, με πηγαίνουν στο νοσοκομείο, τα αίματα τρέχουν, ο γιατρός ζητάει φακελάκι, νευριάζω, τον βρίζω, αρχίζω να τρέχω, βγαίνω στον δρόμο, περνάω μπροστά από μια πουτάνα, με πλησιάζει, μου χαμογελάει, νευριάζω γιατί εγώ θέλω συναίσθημα κ όχι ηδονή, τη χτυπάω, πέφτει αναίσθητη, τρέχουν προς το μέρος μου κάτι τραβεστί για να με ξυλοφορτώσουν, τρέχω, περνάω με κόκκινο, τα αμάξια σταματούν, συνεχίζω να τρέχω, φτάνω έξω από το σπίτι της, νομίζω πως είμαι ασφαλής, θέλω να της κάνω έκπληξη, τη βλέπω με έναν τύπο, της δίνει ένα δαχτυλίδι, τον φιλάει, νιώθω τα μάγουλά μου να υγραίνουν όπως υγραίνουν τα χείλια τους, σκουπίζω βιαστικά τα δάκρυα -δεν μου είχε πει τίποτα γι’ αυτόν- τρέχω, τρέχω, τρέχω, γυρνάω στο σπίτι, κλείνομαι στο δωμάτιο, κλειδώνω την πόρτα, αρχίζω να σιγοτραγουδάω έναν σκοπό που άκουσα από έναν ζητιάνο όταν γυρνούσα, χτυπάω τα πόδια μου στο πάτωμα, χτυπάω τα χέρια μου στον τοίχο, ανοίγει η πληγή, γλείφω το αίμα, δεν μου φαίνεται τόσο κακή η γεύση, ανοίγω το παράθυρο, βλέπω τη σελήνη, την ακούω να με φωνάζει κοντά της, ανεβαίνω στο περβάζι, κοιτάω κάτω, παραξενεύομαι, γιατί ενώ έχω υψοφοβία δεν φοβάμαι πια, απλώνω τα χέρια, θέλω να κάνω μια ευχή πρώτα, όμως θυμώνω με τον εαυτό μου που διάλεξα αυτόν τον τρόπο, η σελήνη σταμάτησε να ακούγεται, ανοίγω τα μάτια, κοιτάζω κάτω, ζαλίζομαι, προσπαθώ να πιαστώ από κάπου, γλιστράω, πέφτω, η πτώση μου φαίνεται πραγματικά μεγάλη, τα δευτερόλεπτα γίνονται λεπτά, ώρες, μέρες, οι στιγμές περνούν σαν σλάιντς από μπροστά μου, η φύση έχει σωπάσει, το μόνο που ακούγεται είναι το κάλεσμα της χλόης από κάτω μου, φτάνω στο τέρμα της διαδρομής, ακουμπάω τη χλόη, μπορώ ακόμα να δω, η χλόη είναι τώρα κόκκινη, οι ήχοι επανέρχονται, το ίδιο και ο πόνος στο χέρι, μόνο που τώρα απλώνεται παντού, από το χέρι στη μέση και από τη μέση στα πόδια, αλλά ξαφνικά σταματάει, τα μάτια πια δεν αναγνωρίζουν τίποτα μέσα στο σκοτάδι, αρχίζω να ιδρώνω, ο χρόνος τώρα κυλάει πολύ γρήγορα, δεν νιώθω τίποτα, όμως μυρίζει κάτι, κάτι αποπνικτικό, προσπαθώ να συνέλθω, τα μάτια μπορούν και αναγνωρίζουν μορφές με άσπρες ποδιές, με κοιτάνε με περιέργεια, άλλες μορφές είναι πεσμένες κάτω, ακούω καθαρά μια φωνή, ‘αυτό που βρωμάει λέγεται φορμόλη’,δεν θέλω να ακούσω τίποτα άλλο, σκέφτομαι, σκέφτομαι τι έφταιξε και τότε το βρίσκω:

δεν έπρεπε να είχα ξεγελαστεί εύκολα